Μηχανή του Χρόνου: H κρυφή πολιτεία που έψαχναν οι Πειρατές στο Αιγαίο

186

Λόγω της καίριας γεωγραφικής του θέσης ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την Κρήτη, το νησί αποτελούσε ορμητήριο πειρατών και δεχόταν διαρκώς επιδρομές και λεηλασίες

Στα χρόνια εκείνα η πρωτεύουσα των Κυθήρων, ήταν η Παλαιοχώρα. Βρισκόταν κρυμμένη μέσα σε απόκρημνο βράχο, ανάμεσα σε δύο φαράγγια. Ήταν ξακουστή για τον πλούτο της, αλλά δεν ήταν ορατή ούτε από τις παραλίες, αλλά ούτε από τους πειρατές στη θάλασσα.

Σύμφωνα με το θρύλο, το 1537, ο ναύαρχος του οθωμανικού στόλου, Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, κατάφερε να ανακαλύψει την περιοχή, από τον καπνό που έβγαζαν οι καμινάδες των σπιτιών των κατοίκων τους χειμερινούς μήνες. Ο πειρατής ανέβηκε μαζί με τους συντρόφους του το φαράγγι της Κακιάς Λαγκάδας. Παρατήρησε προσεχτικά τα τείχη που περίκλειαν την πόλη  και αφού εντόπισε τα αδύνατα σημεία, από τα οποία θα μπορούσε να εισχωρήσει στο εσωτερικό, οργάνωσε την επίθεση του.

Ο Μπαρμπαρόσα λεηλάτησε και έκαψε την πρωτεύουσα

Στη συνέχεια, με διαταγή του, το πλήρωμα  σκότωσε 7.000 αμάχους, ενώ πούλησε και πολλούς από τους αιχμαλώτους στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Από τότε προέκυψε και το συνηθισμένο επίθετο «Σκλάβος» στα Κύθηρα. Πολλοί από τους κατοίκους που αρνήθηκαν να παραδοθούν και να πέσουν στα χέρια των πειρατών, πήδηξαν στο γκρεμό και σκοτώθηκαν. Έτσι εξηγούνται οι ανθρώπινοι σκελετοί που έχουν βρεθεί στο φαράγγι. Λέγεται, πως όσοι κάτοικοι γλίτωσαν από τη μανία των πειρατών, συγκέντρωσαν χρήματα, προκειμένου να τους τα δώσουν και να εξαγοράσουν την ελευθερία των συμπατριωτών τους. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τις ιστορικές πηγές.

Η περίοδος της αναρχίας

Με το πέρασμα των χρόνων, το νησί των Κυθήρων γνώρισε πολλούς κατακτητές. Καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1715, αλλά παρέμεινε στην Δημοκρατία της Βενετίας μέχρι και τη διάλυση της, το 1797. Ένα χρόνο αργότερα, το νησί πέρασε στα χέρια των Γάλλων, οι οποίοι επέβαλαν το δημοκρατικό πολίτευμα και φύτεψαν το, λεγόμενο, «δέντρο της ελευθερίας» στην πλατεία του Εσταυρωμένου στη Χώρα. Το 1799, πολιορκήθηκε και καταλήφθηκε από τους Ρώσους, οι οποίοι τότε είχαν συμμαχήσει με τους Τούρκους για να καταλάβουν τα Επτάνησα. Με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, τα Κύθηρα έγιναν τμήμα της ημιαυτονόμου Επτανήσου Πολιτείας με την εξής προϋπόθεση: να διατηρηθούν τα προνόμια των ευγενών.

Οι αγρότες και οι χωρικοί εξαγριώθηκαν με τον όρο και εξεγέρθηκαν, σκοτώνοντας μερικούς από τους πιο ισχυρούς και πλούσιους ευγενείς του νησιού. Η ταραχώδης αυτή περίοδος έχει μείνει στην ιστορία ως η «περίοδος της αναρχίας». Το 1803,  η Γερουσία των Επτανήσων έστειλε στρατεύματα και με επικεφαλής τον Ευστάθιο Μεταξά, επιβλήθηκε η τάξη. Όσοι είχαν λάβει μέρος στην εξέγερση τιμωρήθηκαν σκληρά. Συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν το 1805.

Τα Κύθηρα ως καταφύγιο αγωνιστών

Όταν η Επτάνησος Πολιτεία διαλύθηκε με την Συνθήκη του Τιλσίτ το 1807, τα Επτάνησα καθώς και τα Κύθηρα πέρασαν στους Άγγλους, οι οποίοι έκαναν πολλά έργα στο νησί, παρά το γεγονός ότι καταπίεζαν τους κατοίκους. Δημιουργήθηκαν δρόμοι, γέφυρες, σχολεία, έργα ύδρευσης και λοιμοκαθαρτήρια. Επίσης, κατασκευάστηκαν και οι περίφημοι φάροι, ύψους 25 μέτρων, στο Μουδάρι και το Καψάλι. Εξαιτίας της αγγλικής διοίκησης και των κινήτρων που παρείχε, τα Κύθηρα αποτέλεσαν και καταφύγιο για πολλούς αγωνιστές του 1821, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το νησί ενώθηκε με την Ελλάδα το Μάιο του 1864.