Ν. Ανδρουλάκης: Έλλειμα αλληλεγγύης, πλεόνασμα ανευθυνότητας

Άρθρο στην Εφημερίδα των Συντακτών

Πριν λίγες εβδομάδες, στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου συζητήσαμε για την μετεγκατάσταση προσφύγων από την Ελλάδα και την Ιταλία. Το πρόγραμμα άρχισε να λειτουργεί τον Σεπτέμβριο του 2015 και προβλεπόταν να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2017.

Δυστυχώς, σήμερα, τρεις μήνες πριν τη λήξη του προγράμματος τα αποτελέσματα δεν είναι αυτά που ελπίζαμε δύο χρόνια πριν. Από τους 63.302 πρόσφυγες που προβλεπόταν να έχουν μετεγκατασταθεί από την Ελλάδα, μόλις 13.825 έχουν μεταφερθεί σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τρεις χώρες (Αυστρία, Ουγγαρία, Πολωνία) δεν έχουν πάρει κανέναν και μόλις 4 χώρες έχουν πάρει πάνω από 1000 πρόσφυγες (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Πορτογαλία). Πολλές φορές προσπαθήσαμε να πιέσουμε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να πάρει μέτρα κατά των χωρών που αρνούνται να εφαρμόσουν τις αποφάσεις για μετεγκατάσταση. Παρά όμως τις διαβεβαιώσεις ότι δε θα διστάσει να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, καμία διαδικασία επιβολής κυρώσεων δεν έχει ξεκινήσει.

Η κρίση απέδειξε πως το υπάρχον σύστημα, το οποίο είχε σημαντικά ζητήματα λειτουργίας ακόμα και τις καλές περιόδους, είναι ανεφάρμοστο σε περιόδους μεγάλων προσφυγικών μετακινήσεων. Το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου είναι Ευρωπαϊκό μόνο στο όνομα καθώς οι αρμοδιότητες και οι ευθύνες παραμένουν σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό στις εθνικές κυβερνήσεις. Για το λόγο αυτό, οι ευρωβουλευτές της Σοσιαλιστικής Ομάδας του Ευρωκοινοβουλίου ζητήσαμε όχι απλώς την τροποποίηση του Κανονισμού Δουβλίνο, αλλά τη ριζική αναθεώρησή υπέρ ενός συστήματος κεντρικής διαχείρισης των αιτήσεων ασύλου που κατατίθενται ανά την Ευρώπη, υπό την επιμέλεια μιας ισχυρής Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου. Προτείναμε ο κάθε αιτών να αντιμετωπίζεται ως κάποιος που ζητάει άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι όχι ειδικά σε κάποιο κράτος-μέλος, με την παράλληλη δημιουργία ενός μηχανισμού δίκαιης κατανομής των ανθρώπων αυτών ανά την ευρωπαϊκή επικράτεια. Για τον καθορισμό των ορίων κάθε χώρας στην υποδοχή προσφύγων θα χρησιμοποιούνταν στοιχεία όπως το ΑΕΠ, το ποσοστό ανεργίας, ο αριθμός κατοίκων, το ποσοστό αιτούντων άσυλο που ήδη κατοικούν εκεί και το μέγεθος επικράτειας.

Δυστυχώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίμησε την απλή τροποποίηση του κανονισμού Δουβλίνο. Προσπαθώντας μάλιστα να ισορροπήσει μεταξύ των αναγκών που δημιουργεί η πραγματικότητα στα Κράτη Μέλη πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα και της απροθυμίας των Κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δράση, η πρότασή της παρουσιάζει αντιφάσεις καθιστώντας αδύνατη την εφαρμογή της. Αντί να αποδυναμώσει το κριτήριο της πρώτης εισόδου, το ενισχύει, προβλέποντας πως το Κράτος Μέλος που έχει οριστεί υπεύθυνο για την εξέταση μίας αίτησης παραμένει υπεύθυνο για πάντα, κάτι που εκ των πραγμάτων «θεσμοθετεί» τη δυσχερή θέση χωρών όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.

Συγχρόνως, το μοναδικό μέτρο αλληλεγγύης που προβλέπει ο μόνιμος μηχανισμός μετεγκατάστασης, θα τίθεται σε εφαρμογή μονάχα μόνο όταν μία χώρα φτάσει στο 150% των δυνατοτήτων της. Δηλαδή μία χώρα θα πρέπει να ξεπεράσει κατά 50% τις δυνατότητές της για να υπάρξει η όποια μορφή αλληλεγγύης. Αν λάβουμε ακόμη υπόψη μας και το χρόνο ολοκλήρωσης της διαδικασίας μετεγκατάστασης, τότε καταλαβαίνουμε ότι σε περιόδους κρίσεων το υψηλό αυτό όριο ακυρώνει την όποια ανακούφιση μπορεί να προσφέρει.

Οι διαπραγματεύσεις τόσο στο Συμβούλιο, όσο και στο Κοινοβούλιο αναμένονται να είναι δύσκολες. Υπάρχει διάχυτος ο φόβος ότι αν δεν αλλάξει ριζικά η πρόταση αυτή, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα Κράτη της περιφέρειας θα αυξηθούν περεταίρω. Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι το αναθεωρημένο σύστημα ασύλου δε θα είναι ένας μηχανισμός στεγανοποίησης του προβλήματος στις χώρες τις περιφέρειας, αλλά ένα πραγματικά κοινό Ευρωπαϊκό σύστημα, όπου όλες οι χώρες θα συνεισφέρουν.

Η πρόσφατη αποκάλυψη της Εφημερίδας των Συντακτών για τη συμφωνία του κ. Μουζάλα με τον Γερμανό Υπουργό Εσωτερικών στέλνει ένα πολύ λάθος μήνυμα. Ενώ 2.500 πρόσφυγες, μετά από μήνες προσπαθειών και με όλες τις απαραίτητες γραφειοκρατικές διαδικασίες ολοκληρωμένες, περιμένουν να επανενωθούν με τις οικογένειές τους, αποφασίστηκε τελικά αυτό να συμβαίνει μόνο για 70 πρόσφυγες τον μήνα. Τέτοιου είδους συμφωνίες, χωρίς ίχνος ευαισθησίας για το δράμα των προσφύγων, είναι απαράδεκτες. Το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι μια προσωρινή ανακούφιση διαφόρων χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης εν όψει εκλογικών αναμετρήσεων. Ως χώρα πρέπει να στηρίζουμε την κοινή ευρωπαϊκή αντιμετώπιση. Παρόμοιες συμφωνίες υπονομεύουν τη θέση της χώρας για μια βιώσιμη ευρωπαϊκή λύση που θα βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ